Από τους νεότερους και πιο εμπνευσμένους αρχιτέκτονες της Ευρώπης, ο Γιούργκεν Μάγιερ θα συναντήσει στις 6 Νοεμβρίου το Ελληνικό κοινό με σκοπό να διαλευκάνει όλες τις απορίες του γύρω από την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική!
Ακολουθούν:
Συνέντευξη του Juergen Mayer Η. στον Μέμο Φιλιππίδη
Παρουσίαση-Αρχιτεκτονικό έργο
Ο
Γιούργκεν Μάγιερ (Juergen Mayer Η.) γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1965 στη Στουτγάρδη της Γερμανίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο της Στουτγάρδης, στο Πανεπιστήμιο Cooper Union της Νέας Υόρκης και στη σχολή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου του Πρίνστον. Το 1996 ίδρυσε το αρχιτεκτονικό γραφείο
«J. MAYER H. Architects» στο Βερολίνο, το οποίο αναπτύχθηκε ραγδαία. Σήμερα, ο Μάγιερ και οι 15 μόνιμοι συνεργάτες του έχουν στο ενεργητικό τους την κατασκευή πολλών δημόσιων κτιρίων που έχουν τύχει μεγάλης αποδοχής.
Ο Γιούργκεν Μάγιερ ξεδιπλώνει το ταλέντο του σε όλη την Ευρώπη, από τη Δανία έως την Ισπανία και από την Πολωνία έως το Βέλγιο. Στο πρόσφατο έργο του περιλαμβάνονται ένα φοιτητικό κέντρο στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης στη Γερμανία και η αναμόρφωση της Plaza de la Encarnacion στη Σεβίλλη της Ισπανίας, ενώ το έργο που τον έκανε ιδιαίτερα γνωστό είναι το Scharnhauser Park Town Hall στο Ostfildern της Γερμανίας.
Scharnhauser Park Town Hall
Ωστόσο, ο Γιούργκεν Μάγιερ δεν αρκείται απλώς στον σχεδιασμό πολεοδομικών έργων. O πρωτοποριακός Γερμανός αρχιτέκτονας, του οποίου τα έργα συνδυάζουν την αρχιτεκτονική με τις επικοινωνίες και τις νέες τεχνολογίες, ασχολείται και με τον σχεδιασμό προϊόντων και αντικειμένων με νέα υλικά, καθώς και με εγκαταστάσεις τέχνης. Η σχέση ανάμεσα στο ανθρώπινο σώμα, την τεχνολογία και τη φύση συνιστά το υπόβαθρο για τις καινοτόμες δημιουργίες του στο χώρο. «Οζώδη» έπιπλα, σεντόνια που αλλάζουν χρώμα ανάλογα με τη θερμοκρασία του σώματος, εύκαμπτα υαλοπλακίδια και επενδύσεις τοίχου τυπωμένες όπου έχουν χαραχτεί αινιγματικοί αριθμοί.
stylepark installation

Ο Γιούργκεν Μάγιερ παρουσιάζει τη δουλειά του σαν το συλλογικό αποτέλεσμα της ομάδας του. Στόχος του είναι να αναδιαμορφώσει το περιβάλλον στο οποίο χτίζει κάτι για να δημιουργήσει καινούριες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των πόλεων. «Κάνουμε περίεργα πράγματα και τα κάνουμε για να εκπλήξουμε ακόμα και εμάς τους ίδιους. Οι άνθρωποι προβληματίζονται όταν βλέπουν κάτι που είναι παράξενο και με το οποίο δεν είναι εξοικειωμένοι... ή το αγαπάνε ή το μισούνε... με αυτό τον τρόπο γίνεται μία συναλλαγή, υπάρχει επικοινωνία. Ελπίζουμε πως με την αρχιτεκτονική μας βοηθάμε τους ανθρώπους να βγουν από την παθητικότητα», δηλώνει.
DUBLI CASA

Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΥΠΗΡΧΕ ΣΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟΤα έργα του Μάγιερ κάνουν μοναδική χρήση της γεωμετρίας. Οι δομές των όψεών του διογκώνονται ή κάνουν ζιγκ-ζαγκ, τα σχέδια των παραθύρων του μοιάζουν με κυψέλες ή με γουρλωμένα μάτια.
Για την ακρίβεια, όσο περισσότερες μεταφορές εμπνέουν οι μορφές του, τόσο πιο ευτυχισμένος είναι ο ίδιος:
«Στόχος μου είναι οι πολλαπλές πιθανές αναγνώσεις», λέει. «Κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού συζητάμε συχνά για την αμφισημία του νοήματος. Μας αρέσει να προσφέρουμε περισσότερες από μία δυνητικές αναγνώσεις για να επιτρέπουμε στον καθένα τη δική του ερμηνεία. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ της φύσης και της τεχνολογίας είναι πάντα το ζητούμενο, ανάλογα και με την τοποθεσία του κτιρίου. Καθώς περνάμε από τα έπιπλα και τις εγκαταστάσεις σε μεγαλύτερα κτίρια δεν σκεφτόμαστε πια από το υλικό προς τη μορφή, αλλά από τη μορφή προς το υλικό», εξηγεί ο Μάγιερ για τη δουλειά του.
Kerykes Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΕΦΗΜΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ, ΑΘΗΝΑ

Το έργο του Γιούργκεν Μάγιερ έχει δημοσιευτεί και εκτεθεί σε όλο τον κόσμο. Αποτελεί μέρος πάρα πολλών συλλογών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης και του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο. Εκτός από το
“Emerging Architect Special Mention to European Union Prize for Contemporary Architecture ‐ Mies van de Rohe Award 2003” έχει λάβει το
Holcim Award Bronze 2005 και πολλά άλλα σημαντικά βραβεία. Επίσης, ο 44χρονος αρχιτέκτονας έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου, στο Χάρβαρντ, στην Αρχιτεκτονική Εταιρία του Λονδίνου, στο Κολούμπια, στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο στον Καναδά, και σε άλλα γνωστά Πανεπιστήμια.
Mensa Moltke, Karlsruhe, Germany

Metropol Parasol’: Ongoing Project In Seville
Συνέντευξη του Juergen Mayer H. στον Μέμο Φιλιππίδη
Με αφορμή την διάλεξη που θα δώσει ο Juergen Mayer Η. στο Μέγαρο Μουσικής (Παρασκευή 6 Νοεμβρίου) στα πλαίσια του Megaron Plus, συζητήσαμε με τον κορυφαίο γερμανό αρχιτέκτονα.
Θα μπορούσε να ήταν μεμονωμένο. Να μην είχε συνέχεια για αυτόν το βραβείο νέου ανερχόμενου αρχιτέκτονα Mies van der Rohe Award του 2003. Θα μπορούσε δηλαδή το ακραίο και εντυπωσιακό δημαρχείο στο Scharnhauser Park - το πρώτο μόλις έργο του, εκείνο στο οποίο βασίστηκε το βραβείο- να ήταν μια «καλή συγκυρία» και τα επόμενα βήματα του νεαρού γερμανού αρχιτέκτονα να έμεναν «ανεξιχνίαστα». Όμως τίποτα τελικά δεν μπόρεσε να ανακόψει την πορεία του Juergen Mayer Η. (γεν 1965) προς την κορυφή της γερμανικής αρχιτεκτονικής και προς τη διεθνή καταξίωση.
Ήδη το γραφείο του απαρτίζεται από 15 άτομα, έχει στο ενεργητικό του 35 κτίρια που έχουν κατασκευαστεί ή βρίσκονται στη διαδικασία ολοκλήρωσης -μεταξύ τους και το Metropol Parasol στη Σεβίλλη. Την ίδια στιγμή η γκαλερί Magnus Muller τον εκπροσωπεί στο Βερολίνο, γιατί πέρα από πολεοδομικά σχέδια και κτίρια, ο Juergen Mayer Η. σχεδιάζει installations και αντικείμενα με νέα υλικά. Ακριβώς γιατί οι δημιουργίες του διερευνούν τη σχέση τεχνολογίας και φύσης, κινούμενες ελεύθερα μεταξύ αρχιτεκτονικής και τέχνης.
Τα ίδια τα κτίρια του διαρκώς ξεγελούν. Όντας μέσα τους δεν διακρίνεις τα όρια του χώρου γιατί πιστεύει ότι έχεις μπροστά σου μια γραφιστική δημιουργία με διάθεση Pop art (ή καρτούν) είτε γιατί οι μεταβάσεις σε τοίχο/ταβάνι/πάτωμα είναι όλες καμπύλες. Και όταν κοιτάς φωτογραφίες των κτιρίων του, πάλι μπερδεύεσαι: Είναι τόσο σκόπιμα αφαιρετικές οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες που δεν καταλαβαίνεις αν το κτίριο είναι αληθινό ή ένα προοπτικό.
Η έκπληξη, η μετάδοση πληροφορίας αλλά και η προστασία δεδομένων δικαιολογούν εν μέρει μια μεγάλη του προσωπική του εμμονή: διατηρεί μια συλλογή με πάνω από 300 χαρτά με τα χαρακτηριστικά σχέδια και γράμματα που τυπώνονται στα εσωτερικά των φάκελων για να μην μπορείς να δεις ποιο είναι το περιεχόμενο της αλληλογραφίας.
Ποιες ήταν οι επιρροές εκείνες που οδήγησαν στο να επιλέξετε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα και σε ποια περίοδο της ζωής σας πάρθηκε αυτή η απόφαση;
Με ενδιέφερε πάντα η τέχνη. Και κάποια στιγμή όταν ήμουν 14 ή 15 άρχισαν να με ενδιαφέρουν συγκεκριμένα μεγάλα γλυπτά τα οποία μπορούσες να περπατήσεις γύρω τους ή και μέσα από αυτά, οπότε προσέφεραν μια αντίληψη χώρου. Ο πατέρας μου είχε μια εταιρία που έφτιαχνε προσόψεις από αλουμίνιο είτε από μέταλλο. Πιστεύω ότι η αρχιτεκτονική για μένα ήρθε από τη μίξη των δύο αυτών παραγόντων, μια μίξη ανάμεσα στην οικογενειακή επιχείρηση και το ενδιαφέρον μου για την τέχνη. Και προτίμησα μια εκπαίδευση που να σχετίζεται με την αρχιτεκτονική και την τέχνη και όχι μια ακαδημαϊκή εικαστική παιδεία. Αλλά τότε υπήρξε και ένα κτίριο-σταθμός που με έπεισε να γίνω αρχιτέκτονας: ένα εμπορικό κέντρο που είχε κατασκευάσει ο αρχιτέκτονας Erich Mendelsohn στη Στουτγάρδη. Τότε το κτίριο αυτό είχε καταστραφεί αλλά όταν ήμουν 16 πήρα από τους γονείς μου ένα βιβλίο για τη μοντέρνα τέχνη στη Στουτγάρδη και είχε μια μικρό κεφάλαιο για την αρχιτεκτονική όπου βρήκα και τη συγκεκριμένη φωτογραφία.
Θα πρέπει να ήταν μια ακραία αντίθεση ανάμεσα στη Winnenden, την πόλη που μεγαλώσατε που χαρακτηρίζεται από στέγες. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να κάνετε το άλμα από την αισθητική της πόλης αυτής σε τόσο μοντέρνα πρότυπα, σας ενθάρρυναν οι γονείς σας;
Όχι, άλλωστε όταν ήμουν μικρός ο πατέρας μου πίστευε ότι θα κληρονομήσω την επιχείρηση του. Αλλά όσο μεγάλωνα κατάλαβε ότι αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ! Ήταν χαρούμενοι που βρήκα κάτι για το οποίο είχα πάθος. Κάναμε πολλά ταξίδια με την οικογένεια, πήγαμε από τη Φινλανδία, Νορβηγία μέχρι την Ισπανία. Και πάντα κοιτούσαμε σύγχρονη αρχιτεκτονική. Αλλά τότε δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι θα το έκανα αυτό επαγγελματικά.
Winnenden
Και τι κάνουν όταν βλέπουν τα δικά σου κτίρια;
Τώρα είναι πολύ υπερήφανοι! Σχεδόν πάντα εκπλήσσονται από τα κτίρια μου. Τους παίρνει λίγη ώρα να καταλάβουν τι συμβαίνει. Αλλά έχουν περιέργεια να τα δούνε. Για μερικά από τα κτίρια μου λένε ότι δεν τους αρέσουν αλλά μετά από ένα χρόνο, επιστρέφουν λέγοντας ότι το κτίριο ωρίμασε μέσα τους και ότι βλέπουν κάτι το ιδιαίτερο σε αυτό... Όταν ήμουν μικρός έφερνα σπίτι βιβλία από τον Mario Botta, τον Tadao Ando και τον Cy Twombly. Η πρώτη αντίδραση τους ήταν «τι είναι αυτό;» Δεν είχαν κάποια παιδεία πάνω στην τέχνη. Αλλά ήταν τόσο περίεργοι που θα πήγαιναν να δούνε μια τέτοια έκθεση τέχνης -του Donald Judd για παράδειγμα. Ήταν όλα αυτά νέα και φρέσκα για αυτούς. Αυτό με εντυπωσίασε. Έκανα λοιπόν το χρέος μου ως παιδί: να κρατάμε τους γονείς μας ζωντανούς πνευματικά, να ξέρουν τι υπάρχει γύρω τους…
Υπήρχαν κάποιες αρχές που σας μετέδωσαν οι γονείς σας;
Πολύ νωρίς με έστειλαν να μάθω πιάνο και φαγκότο. Οπότε στα 6 μου είχα έναν καταπληκτικό δάσκαλο που μας έμαθε πώς να συνθέτουμε μουσική. Είχα λοιπόν μια πολύ ενδιαφέρουσα και πλήρη μουσική παιδεία από πολύ νωρίς. Όταν αργότερα πήγα στο πανεπιστήμιο της Στουτγάρδης, μπορεί να ήμουν ταλαντούχος και να σχεδίαζα ωραία κτίρια αλλά στην πραγματικότητα δεν ήξερα από πού προέρχονται αυτά. Δεν υπήρχε ένα παιδαγωγικό ή μεθοδολογικό σύστημα που να σε καθοδηγεί ως φοιτητή για να βρεις ποια θα είναι η δική σου έκφραση, τι θα θες να κάνεις με το επάγγελμα του αρχιτέκτονα. Όταν πήγα στο Cooper Union αυτή η ιστορία τελείωσε. Γιατί εκεί δεν σου έδιναν οικόπεδο ή πρόγραμμα για να κάνεις το κτίριο! Το πρώτο πράγμα που μου είχαν δώσει είναι ένα κείμενο για τη κιβωτό του Νώε και από αυτό μας ζήτησαν να κάνουμε αρχιτεκτονική… Ήταν τόσο επώδυνο γιατί δεν ήξερα τι να κάνω! Μετά από 2-3 μήνες έκανα μια μεταστροφή, επέστρεψα στη παιδεία μου για τη σύγχρονη μουσική και έβγαλα ένα σύστημα αναλογιών μέσα από το κείμενο για τη Κιβωτό του Νώε. Χρησιμοποίησα συνθετικές μεθόδους 12 τονικής μουσικής ώστε η μουσική να δημιουργεί σχήματα. Όλα αυτά το 1990 και 1991, πριν δηλαδή από την έλευση των υπολογιστών. Τότε ήταν που μέρος της μουσικής μου παιδείας με βοήθησε να καταλάβω τι έκανα στην αρχιτεκτονική. Και τότε μπόρεσα να αποκτήσω αυτοπεποίθηση.
Τι είναι αυτό που σας έκανε να αποζητάτε με τέτοια εμμονή το νέο, εκείνο που δεν έχουμε ξαναδεί σε κτίριο;
Γενικά έχω περιέργεια. Θέλω και οι άλλοι άνθρωποι να με εκπλήσσουν. Πιστεύω ότι αυτής η στιγμή της έκπληξης είναι μια αληθινή στιγμή γιατί τότε αντιδράς χωρίς προκαταλήψεις ή χωρίς προμελετημένο τρόπο. Για αυτό και πιστεύω ότι με την έκπληξη φτάνεις σε μια σπάνια, αληθινή κατάσταση. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘80 διάβασα ένα βιβλίο του Boris Groys “ Über das Neue. Versuch einer Kulturökonomie, (München 1992)” όπου μιλάει για την οικονομία του νέου και το πώς η κοινωνία μας πάντα παράγει απορρίμματα: πράγματα που είναι πνευματικά απορριπτέα ή πράγματα που ξεπερνιέται η μόδα τους. Οπότε υπάρχει πάντα η δυνατότητα να τα επαναφέρεις από την αχρηστία, να τα ενεργοποιήσεις ξανά, να τα δεις εκ νέου, να τα ξαναφέρεις στη σύγχρονη συζήτηση σε μια συνεχή ανακύκλωση ιδεών. Και έτσι κατάλαβα το νέο ως μια μηχανή που μας ωθεί μπροστά.
Με δεδομένη την έλξη σας για νέα πράγματα, με κτίρια τα οποία ορίζουν το τι είναι η τελευταία τάση στον σχεδιασμό, τι είναι αυτό που σας προστατεύει από το να θεωρηθούν τα έργα σας μετά από 10 χρόνια ξεπερασμένα;
Αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση γιατί ο κόσμος μιλάει για «διαχρονική αρχιτεκτονική» και ξέρουμε ποιοι ασχολούνται με τέτοια έργα. Εγώ έχω τη δική μου ερμηνεία για το διαχρονικό. Για μένα κάτι γίνεται διαχρονικό αν πράγματι συλλαμβάνει την εποχή του, αν μαρτυρά τη συγκεκριμένη πολιτιστική του στιγμή. Όταν ζούσα φοιτητής στη Στουτγάρδη, ο James Stirling είχε κτίσει τη Staatsgalerie της πόλης. Και αρκετοί λέγανε ότι κανένας δεν θα κοιτάζει αυτό το κτίριο σε 3 χρόνια από τότε. Και όμως κάθε φορά που πάω εκεί είμαι τόσο περήφανος για την εποχή που αυτό κατασκευάστηκε. Ίσως μόνο το 0,5% των κτιρίων που κατασκευάζονται στον κόσμο μπορεί να έχουν αυτήν την ιδιότητα.
Είχατε πει ότι έχετε μια αδυναμία για τον Mario Botta και τον Tadao Ando αλλά είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς αυτό κοιτώντας τα έργα σας…
Και οι δύο τους καταλαβαίνουν τα κτίρια περισσότερο ως γλυπτά παρά ως τεκτονικές κατασκευές δηλαδή ως κτίρια όπου ο τρόπος δομής εκφράζεται με κολώνες, δοκάρια και πλάκες. Προσπαθούν να «σβήσουν» στοιχεία όπως οι κανονικές πόρτες και παράθυρα, γκρουπάροντας τα σε μεγαλύτερες ομάδες που είναι σε εσοχή. Οπότε υπάρχει σε αυτούς μια προσπάθεια αφαίρεσης τη οποία θαυμάζω.
Τα κτίρια σας μοιάζουν πάρα πολύ με renders. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να καταλάβει κανείς αν είναι πραγματικότητα ή αναπαράσταση. Είναι κάτι που επιδιώκετε;
Ναι, αυτό το αντιμετωπίζω πολύ συχνά ειδικά όταν τα κτίρια μας εμφανίζονται σε blogs, όπου τα σχόλια λένε: «Ωραίο το render του κτιρίου αλλά να δούμε πώς θα είναι όταν χτιστεί…» Από τότε άρχισα να σκέφτομαι αυτό το θέμα. Έχω μια θεωρία για αυτό αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρος για αυτήν. Πρώτα από όλα προκύπτει από το γενικό μου ενδιαφέρον για τη γλυπτική διάσταση της αρχιτεκτονικής. Πράγμα που μεταφράζεται σε ειδικές κατασκευαστικές λεπτομέρειες: όπου αντικαθιστούμε τις μαρκίζες με βαφή πολυουρεθάνης στο χρώμα του κτιρίου, ο τοίχος μοιάζει σαν προοπτικό, ένα ενιαίο χαρτί χωρίς την παρεμβολή άλλων προστατευτικών, ανθεκτικότερων υλικών στις ακμές του. Το ίδιο στόχο εξυπηρετούν οι συνέχειες υλικών από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι. Όταν πήγαμε στη σχολή αρχιτεκτονικής όλα τα προγράμματα προοπτικών ήσαν πολύ απλά –δεν υπήρχε η δυνατότητα να βάλεις φωτά, αντανακλάσεις κλπ. Τώρα αντιθέτως έχεις τρομερές δυνατότητες με προοπτικά που δείχνουν πιο πραγματικά και από το τελειωμένο κτίριο. Μάλλον στην πορεία βρήκαμε πιο ενδιαφέρουσα μια αισθητική που ήταν πιο αφαιρετική, ογκοπλαστική αντί για μια υπερρεαλιστική αισθητική που επιτρέπει η νέα τεχνολογία στους υπολογιστές. Οπότε η αισθητική μας προέρχεται από την πρώτη περίοδο προοπτικών στους υπολογιστές.
Έχετε ξαναέρθει στη Ελλάδα;
Ναι όταν ήμουν 10 ετών! Πετάξαμε στη Θεσσαλονίκη, μείναμε στη Αθήνα για 9 ώρες και ανεβήκαμε στην Ακρόπολη.